ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ…
- Του Ανδρέα Πολυκάρπου
Τι να είναι αυτό άραγε που διαφοροποιεί στα μάτια μας ορισμένους ανθρώπους; Τι είναι αυτό που μας παροτρύνει να συμπεριφερόμαστε με αλλιώτικο τρόπο σε κάποια άτομα; Τι προκαλεί μέσα μας τον οίκτο, τη λύπη αλλά και την ειρωνεία όταν αντικρίζουμε τη σωματική ή τη νοητική διαφορετικότητα των συνανθρώπων μας; Γι’ αυτά τα ερωτήματα δόθηκαν πολλές απαντήσεις από κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και ανθρωπολόγους χωρίς όμως κανείς να καταφέρει να διορθώσει την ανθρώπινη αμέλεια, την κοινωνική αδιαφορία και το συναισθηματικό μας κενό απέναντι στα άτομα που Βαδίζουν ένα διαφορετικό από εμάς δρόμο.
Τα εμπόδια για τα άτομα με τις ειδικές ικανότητες, τα οποία μέχρι πρότινος ονομάζαμε «άτομα με ειδικές ανάγκες», αφορούν κυρίως την κοινωνική και κρατική έλλειψη προστασίας των ανθρώπων αυτών και των δικαιωμάτων τους τα οποία δικαιώματα τους αναγνωρίζονται μόνο σε περιόδους εσωτερικής υπερεγωτικής ψυχικής υπερφόρτωσης των κοινωνικών φορέων. Συνηθίζουμε να πλαισιώνουμε τα λόγια μας με λύπη και συμπόνια όταν αντικρίζουμε τους συνανθρώπους μας με τις ειδικές ικανότητες, αλλά σαν Ρωμαίοι στρατιώτες δεν τολμούμε να σηκώσουμε το σταυρό που κουβαλούν, παρά μόνο κλείνουμε τη φιγούρα τους εκτός της προσωπικής μας θαλπωρής. Κτίζουμε τείχη ψηλά να μην μπορούν να επηρεάσουν τη φαντασμαγορική κοινωνία μας, τη γεμάτη πολύχρωμα λαμπιόνια και αναμασημένα λόγια αυτάρεσκων πνευματικών νάρκισσων και εμπόρων ηδονής. Μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες του αφειδώλευτου και στείρου
συναισθηματισμού, των πολυδάπανων διαφημίσεων τα άτομα με σωματικές και νοητικές ιδιαιτερότητες προκαλούν ρήγμα στην πλαστικοποιημένη μας ομορφιά.
Οι καιροί, όμως, έχουν αλλάξει πια. Τα επίθετα που συνήθιζαν οι άνθρωποι να πλαισιώνουν τους ανθρώπους με ιδιαιτερότητες έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί. Τα σύγχρονα κοινωνικά συμβόλαια που συνάπτουν τα πολιτικά υποκείμενα με τα κράτη και τους πολιτικούς φορείς περιλαμβάνουν κοινωνικά προτάγματα και πολιτικές παρεμβάσεις για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων ολόκληρης της ανθρωπότητας χωρίς διακρίσεις και κοινωνικούς ρατσισμούς απέναντι στα άτομα που αντιμετωπίζουν κάποιο σωματικό ή νοητικό πρόβλημα.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια να ενταχθούν τα άτομα αυτά μέσα στα εκπαιδευτικά προγράμματα με σκοπό την κοινωνικοποίηση τους και την ανάπτυξη ανθρώπινων δεσμών μέσα σε ένα ευρύ κοινωνικό σύνολο. Κρατικοί φορείς, μη- κυβερνητικές οργανώσεις δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για την προώθηση των ατόμων αυτών μέσα στη ζωή των πόλεων και για την εξυγίανση των συνθηκών επιβίωσης μέσα στο σύγχρονο πολυδιάστατο άστυ.
Η κοινωνικοποίηση των συνανθρώπων μας σκοντάφτει όμως στην καθημερινή μας αδιαφορία. Έχει αναρωτηθεί κανείς πόσα μουσεία, πόσα θέατρα, πόσοι κινηματογράφοι, πόσες καφετερίες, πόσοι χώροι αναψυχής εν γένει έχουν πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα εξυπηρέτησης των ατόμων που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες δυσκολίες;
Οι δρόμοι γέμισαν με χώρους στάθμευσης για αναπηρικά οχήματα χωρίς να λαμβάνεται παράλληλα υπόψη και η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την κυκλοφορία των συνανθρώπων μας στους δρόμους, στα πεζοδρόμια αλλά και σε χώρους αναψυχής. Οι τροχονόμοι, σαν γνήσια όργανα του κράτους «δικαίου» καταφεύγουν σε καταγγελίες των οδηγών που εκμεταλλεύονται τους κενούς χώρους στάθμευσης που προορίζονται για άτομα με σωματικές δυσλειτουργίες, χωρίς να διερωτώνται γιατί όλοι αυτοί οι χώροι στάθμευσης είναι άδειοι. Γιατί λοιπόν οι χώροι για αναπηρικά οχήματα είναι πάντα κενή. Μήπως γιατί το ίδιο το σύγχρονο κράτος πάσχει από τα συναισθηματικά κενά του και εκτελεί τις συμβουλές της Ευρωπαϊκής Ένωσης πειθήνια χωρίς πραγματικά να ενδιαφέρεται; Το πρόβλημα δεν είναι οι χώροι στάθμευσης αλλά τα δυσλειτουργικά πεζοδρόμια χωρίς πρόνοια για αναπηρικά καροτσάκια, με τα ακριβά αμάξια σταθμευμένα στις σύγχρονες αστικές βιτρίνες με τους συνανθρώπους μας να ικανοποιούν το φαλλικό τους σύνδρομο κλείνοντας τους πεζόδρομους με το μηχανοκίνητο, φαλλικό τους υποκατάστατο. Ένα αναπηρικό όχημα μπορεί να σταθμεύσει άνετα στον προβλεπόμενο χώρο αλλά ο οδηγός του σαν το Σύσσιφο μάταια θα προσπαθεί να βρει τρόπο να φτάσει στον προορισμό του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χώροι στάθμευσης στις παραλιακές οδούς. Λόγω των εντολών της Ε.Ε. έχουν παρθεί τα κατάλληλα μέτρα σ’ αυτούς αλλά οι αρμόδιοι δεν έχουν προσπαθήσει καν να βρουν τρόπο να βοηθήσουν τα άτομα με αναπηρίες στη, μετά τη στάθμευση, προσπάθεια τους να φτάσουν στις παραλίες.
Δεν έχουν παρθεί τα κατάλληλα μέτρα και δεν έχουν ληφθεί οι πρόνοιες για τη σωστή λειτουργία των σύγχρονων πόλεων. Δυστυχώς οι πόλεις ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, αποτελούν σύγχρονους Ταύγετους, στους οποίους γκρεμίζεται η αξιοπρέπεια των συνανθρώπων μας. Οι αγκύλες που περιβάλλουν το κοινωνικό περιθώριο και αποκόπτουν μια μερίδα συνανθρώπων μας από τη δημιουργική και λειτουργική επιβίωση τους δεν έχουν διαγραφεί και δεν έχουν ξεπεραστεί παρά τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών φορέων. Η κοινωνική μας ανακολουθία σκιαγραφεί σαθρά ανθρωπιστικά βήματα που αποτυπώνουν τις διαχωριστικές γραμμές στα σώματα και στις ψυχές των συνανθρώπων μας.
Το κράτος εκτελεί το καθήκον του. Τιμωρεί μάλιστα τους παραβάτες που δεν συμμορφώνονται με τους νόμους. Τους νόμους που προστατεύουν τις ιδιαιτερότητες των ατόμων. Το κράτος όμως ποιος Ραδάμανθυς θα το τιμωρήσει αφού προηγουμένως ζυγιάσει την ανακολουθία των δικών του κανόνων; Για τους νομικούς εκπροσώπους τα δικαιώματα των ανθρώπων με ειδικές ικανότητες έχουν από καιρό θωρακιστεί με νομοθετικές παραγράφους και γραφειοκρατικές παραμέτρους. Το συγκείμενο των νόμων όμως ποιος αλήθεια το σέβεται; Ποιο είναι αυτό το συμπαραδηλούμενο που παραβλέπουν τόσο οι αρμόδιες αρχές όσο και ο κοινωνικός «νομοταγής» περίγυρος; Το ερώτημα δεν αφορά την έννοια των αποφάσεων που πάρθηκαν για το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά αφορά την ίδια την έννοια του Νόμου. Διότι Νόμος δεν είναι το κείμενο που θεσμίζεται, αλλά με τη λέξη αυτή εννοούμε την όλη διαδικασία λήψης της απόφασης, της καταγραφής της και κυρίως της τήρησης της μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης δημοκρατίας. Επομένως τα κράτη μπορούν μεν να θεωρούν ότι η προσπάθεια εκπλήρωσης της ισότητας βαίνει καλώς, όμως η σχάση ανάμεσα στη θεωρία και στην πρακτική είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατικής λειτουργίας και της θεωρητικής, αδιάφορης, σύγχρονης δημοκρατίας. Οι νόμοι εξελίσσονται σε επίφαση της δημοκρατίας χάνοντας την ουσία τους. Νομοθετώ σημαίνει δρω και αντιδρώ απέναντι σε ένα γεγονός που ποδηγετεί την ελευθερία και την ατομικότητα των μελών μιας κοινωνίας και όχι απλώς εντάσσω εντός ορισμένων βερμπαλιστικών πλαισίων την ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς καμιά πρακτική λειτουργικότητα.
Το αίτιο έχει πάντα ένα αιτιατό. Για να φτάσουμε όμως στο αιτιατό της ανθρώπινης αδιαφορίας θα πρέπει προηγουμένως να ανασκαλέψουμε και να βρούμε την αιτία που προκαλεί τη στάση αυτή. Διότι η κοινωνική αδιαφορία προέρχεται από την κρατική αναποφασιστικότητα τήρησης των κανονισμών. Το αίτιο είναι η ίδια η στάση του κράτους που νίπτει τας χείρας του. Το σημαινόμενο του νόμου δεν λειτουργεί αφού προηγουμένως εγκλωβίζεται μέσα στο λεκτικό σημείο του ποινικού κώδικα.
Η προστασία των συνανθρώπων μας με ειδικές ικανότητες είναι συνυφασμένη με την ίδια μας την ανθρωπιά. Τίποτα δεν χωρίζει την ανθρωπότητα. Κανένα εμπόδιο δεν πρέπει να μπαίνει ανάμεσα στο ανθρώπινο είδος το οποίο αυτοαποκαλείται «Ανθρωπότητα». Μόνοι τους οι άνθρωποι έχουν πάρει τον τίτλο αυτό για να παρουσιάσουν τους συνεκτικούς πανανθρώπινους δεσμούς. Μόνο που οι ίδιοι ταυτόχρονα διαχώρισαν τον κόσμο σε λευκούς και υποδιαίστερους, σε άντρες και γυναίκες. Κατόπιν έβαλαν διάφορους πολιτικούς φραγμούς ανάμεσα στις ανθρωποκεντρικές ιδεολογίες και δημιουργήθηκαν τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο αρχαιότερος όμως κοινωνικός ρατσισμός αφορούσε τα άτομα με σωματικές και ψυχικές δυσλειτουργίες. Ο Ταΰγετος αποτελούσε το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Σύγχρονοι Ταύγετοι δημιουργήθηκαν από τους Γερμανούς επιστήμονες των Ναζί οι οποίοι απαγόρευαν το γάμο και τη σεξουαλική επαφή ατόμων που παρουσίαζαν κάποιο σωματικό ή βιολογικό πρόβλημα. Οι επιστήμονες αυτοί μάλιστα είχαν ως βασικό τους στόχο τη στείρωση των ανθρώπων αυτών προκειμένου η άρια φυλή να παραμένει απάνθρωπα υγιείς. Το 1920 δυο Γερμανοί ο Karl Binding και Alfred Hoche εξέδωσαν το βιβλίο «Η εξουσιοδότηση αφανισμού της ζωής που είναι ανάξια να βιωθεί» εμπνέοντας ολόκληρη τη μετέπειτα βιοεξουσία και βιοπολιτική. Το σύγχρονο μετανεωτερικό κράτος της βιοπολιτικής εξουσίας ανάλαβε το ρόλο εφαρμογής των γεγραμμένων του βιβλίου αυτού. Ασφαλώς δεν δημιούργησε στρατόπεδα συγκέντρωσης έξω από τις πόλεις, αλλά έκανε όλες τις πόλεις ένα μεγάλο στρατόπεδο συγκέντρωσης μέσα στο οποίο εξαϋλώνονται οι «περιττοί» σε ένα υπερθέαμα απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Ανάμεσα τους και οι συνάνθρωποι μας με ειδικές ικανότητες οι οποίοι αποτελούν τους σύγχρονους Homo Sacer, όπου σύμφωνα με το φιλόσοφο Giorgio Agamben, είναι άτομα που δεν μπορούν να θυσιαστούν αλλά εντούτοις είναι φονεύσιμα από τη βιοπολιτική εξουσία.
Έφτασε νομίζω η στιγμή να άρουμε τα ανθρώπινα διαχωριστικά σημεία και τα ανθρωπολογικά σύνορα για μια μελλοντική, πραγματική ανθρωπότητα.





del.icio.us
Digg
Ανάρτηση Σχολίου